Αναθεώρηση του Συντάγματος: μια χαμένη ευκαιρία ή ένα μικρό βήμα μπροστά;

Την περασμένη Δευτέρα, ολοκληρώθηκε, με τη σχετική ψηφοφορία στην Ολομέλεια της Βουλής, η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης, που συνιστά, χωρίς αμφιβολία, την κορυφαία θεσμική λειτουργία του Σώματος αυτού.

Είναι γενικά παραδεκτό, ότι το Σύνταγμα του 1975, που προετοιμάστηκε επί Κωνσταντίνου Καραμανλή μετά την πτώση του στρατιωτικού καθεστώτος λίγους μήνες πριν, αποτελεί το πληρέστερο κείμενο στην ελληνική συνταγματική ιστορία.

Η παρούσα αναθεώρηση, που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της προηγούμενης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, έχει μια ιδιαιτερότητα έναντι των προηγουμένων: είναι η πρώτη, κατά την οποία η κοινοβουλευτική πλειοψηφία που καθόρισε το περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων (Νέα Δημοκρατία) είναι διαφορετική από αυτή που είχε προσδιορίσει ποιες διατάξεις χρήζουν αναθεώρησης (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ).

Δυστυχώς, η διαδικασία στην προηγούμενη Βουλή δεν κινήθηκε στο επιβαλλόμενο συναινετικό πλαίσιο, ώστε να προωθηθούν, με ευρεία, διακομματική συναίνεση, οι αναθεωρήσεις εκείνων των διατάξεων που πραγματικά πρέπει να αλλάξουν ώστε να αναβαθμιστεί το περιεχόμενο του θεμελιώδους νόμου της πολιτείας μας.

Έτσι, η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία κινήθηκε τελικά με τη λογική ότι η αναθεώρηση πρέπει να ολοκληρωθεί για να διορθωθούν σφάλματα των προγενεστέρων αναθεωρήσεων αλλά, κυρίως, να δοθεί στην κοινωνία ένα μήνυμα εθνικής επανεκκίνησης της χώρας, μέσω της αναγέννησης των θεσμών της πολιτείας μας.

Ως προς τις επιμέρους διατάξεις, προχώρησε τελικά μόνο η αναθεώρηση όσων υποστήριξαν οι βουλευτές της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Αυτές είναι ιδίως οι διατάξεις:

  1. Του άρθρου 21 παρ.2, με την οποία καθιερώνεται η υποχρέωση της πολιτείας για θέσπιση ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος των πολιτών
  2. του άρθρου 32 παρ. 4 με την οποία αποσυνδέεται πλέον η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας από τη διάλυση της Βουλής και τη διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών. Ο Πρόεδρος θα εκλέγεται με πλειοψηφία 151 ψήφων και, αν αυτή δεν συγκεντρωθεί, θα εκλέγεται με σχετική πλειοψηφία ανάμεσα στους δύο επικρατέστερους. Με τη διάταξη αυτή, απομακρύνεται στην πράξη κάθε ενδεχόμενο πρόωρων βουλευτικών εκλογών την άνοιξη του 2020. Πάντως, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας παραμένει δυστυχώς ένας επί της ουσίας «διακοσμητικός» πολιτειακός θεσμός και δεν καθίσταται εκ νέου θεσμικό αντίβαρο στον παντοδύναμο πρωθυπουργό.
  3. Του άρθρου 54 παρ. 4, με την οποία καθορίζονται, επιτέλους, συγκεκριμένες προϋποθέσεις διευκόλυνσης της άσκησης του δικαιώματος ψήφου των Ελλήνων εκλογέων που διαμένουν στο εξωτερικό.Ίσως το θετικότερο στοιχείο της παρούσας αναθεώρησης. Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού για επίτευξη διακομματικής συναίνεσης στο ζήτημα παρήγαγε, ευτυχώς, συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Ο νόμος που αναμένεται να ψηφιστεί με ευρεία πλειοψηφία στη Βουλή αποκτά ισχυρό συνταγματικό έρεισμα. Θεσπίζονται ισοτιμία της ψήφου, αύξηση των Βουλευτών Επικρατείας σε 15, αυτοπρόσωπη παρουσία στις κάλπες, καθώς και παραμονή για δύο χρόνια στην Ελλάδα εντός τελευταίων 35 και κατοχή Αριθμού Φορολογικού Μητρώου ως προϋποθέσεις.
  4. του άρθρου 62 με την οποία περιορίζεται η βουλευτική ασυλία στα αδικήματα που σχετίζονται με τη βουλευτική ιδιότητα εντός ή εκτός Βουλής
  5. του άρθρου 68 παρ. 2 με την οποία μπορεί να γίνει σύσταση εξεταστικών επιτροπών από 120 Βουλευτές.
  6. άρθρου 86 παρ. 3, με την οποία περιορίζονται κάπως οι εξόχως προνομιακές ρυθμίσεις περί ποινικής ευθύνης των Υπουργών, καθώς καταργείται η εξαιρετικά σύντομη αποσβεστική προθεσμία για την άσκηση δίωξης. Δεν άλλαξε δυστυχώς η σχετική αρμοδιότητα της Βουλής, που τη μετατρέπει σε εισαγγελέα για τους διατελέσαντες υπουργούς. Έτσι, εικόνες όπως αυτές που βλέπουμε στην Επιτροπή που διερευνά τις ποινικές ευθύνες Παπαγγελόπουλου ενδέχεται να επαναληφθούν με συνταγματική περιωπή.
  7. του άρθρου 101 Α , με την οποία διευκολύνεται ο τρόπος επιλογής των μελών των αναξαρτήτων αρχών από τα 3/5 της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής και τέλος
  8. του άρθρου 96 παρ. 5, με την οποία εξομοιώνεται η στρατιωτική δικαιοσύνη με την τακτική.

Η σημασία και η ανάγκη της ολοκλήρωσης της παρούσας διαδικασίας αναθεώρησης του Συντάγματος είναι, βεβαίως, αυτονόητη. Για να έχει όμως διάρκεια και αντοχή το αναθεωρημένο συνταγματικό κείμενο που προέκυψε, απαιτείται η επίτευξη της ευρύτερης δυνατής διακομματικής συναίνεσης ως προς την εφαρμογή του. Αποτελεί, άλλωστε, διαχρονικό αίτημα της κοινωνίας προς τις πολιτικές δυνάμεις να συνεννοηθούν και να καταλήξουν σε κοινές αποφάσεις για τα μεγάλα ζητήματα του τόπου μας.

Αυτή η αναθεώρηση του Συντάγματος κινδύνευσε να μετατραπεί σε μια ακόμα χαμένη ευκαιρία για τον τόπο. Τελικά, όμως έγινε ένα μικρό βήμα μπροστά και διασώθηκαν τα θεσμικά προσχήματα. Η μεγάλη πρόκληση είναι πάντως μπροστά: να εφαρμοστεί σωστά το αναθεωρημένο Σύνταγμα. Και εκεί θα κριθεί πρωτίστως η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.

Δημοσιεύτηκε στην ΕΛΈΥΘΕΡΙΑONLINE στις 1/12/2019

Continue Reading

Η χώρα της «επικρατούσας ανευθυνότητας»: σκέψεις για την επικείμενη αναθεώρηση του Συντάγματος

(Πρώτη Δημοσίευση: Εφημερίδα Θάρρος, Νοέμβριος 2018) 


Μέσα σε ταραγμένο, λόγω άτυπης προεκλογικής περιόδου, πολιτικό κλίμα, η χώρα μας οδεύει, με πρωτοβουλία της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, σε διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Ο ελληνικός Καταστατικός Χάρτης, προϊόν της πικρής εμπειρίας της μεταπολεμικής περιόδου ως το 1974, συνιστά ένα ισορροπημένο και πλήρες συνταγματικό κείμενο, που εξυπηρέτησε τη σταθερότητα των πολιτειακών θεσμών έως σήμερα. Υπέστη δε ατυχείς αναθεωρήσεις, όπως αυτή του 1986, η οποία εγκαθίδρυσε μοντέλο πρωθυπουργικής παντοδυναμίας, ανατρέποντας τις ισορροπίες εξουσίας με τον έως τότε ισχυρό Πρόεδρο της Δημοκρατίας, με δυσμενή αποτελέσματα. Αλλά και οι προτάσεις αναθεώρησης των κοινοβουλευτικών κομμάτων για την τρέχουσα αναθεώρηση, κινούνται, στην πλειοψηφία τους, σε ιδεοληπτική ή καιροσκοπική κατεύθυνση, παρά τα επιμέρους θετικά στοιχεία. Δύο όμως σημεία πρέπει να μας προβληματίσουν έντονα: οι αλλαγές της σχέσης κράτους-εκκλησίας και του τρόπου εκλογής του αρχηγού του κράτους.
Χωρισμός Κράτους- Εκκλησίας ή αλλοίωση της εθνικής ταυτότητας;
Όλα δείχνουν οργανωμένη μεθόδευση: στην αρχή, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία παρουσιάζει πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 3 του Συντάγματος, μιλώντας για «θρησκευτική ουδετερότητα» του κράτους και απαλείφοντας το Χριστό ως κεφαλή της Εκκλησίας από το προτεινόμενο κείμενο. Λίγες μέρες μετά, προς πλήρη αιφνιδιασμό της κοινής γνώμης, Πρωθυπουργός και Αρχιεπίσκοπος ανακοινώνουν «συμφωνία» για ρύθμιση των σχέσεων των δύο θεσμών με αντικατάσταση της πληρωμής των κληρικών από ισόποση κρατική επιδότηση της Εκκλησίας, ενώ η αντιπολίτευση αντιδρά, επιεικώς, χλιαρά. Πέραν των πρόσθετων προβλημάτων που δημιουργεί αυτή η «συμφωνία», γεννά προφανή ερωτήματα: Επέρχεται επί της ουσίας χωρισμός Κράτους-Εκκλησίας; Εξοικονομεί χρήματα το κράτος; Η απάντηση είναι κατηγορηματικά αρνητική. Ποιον εξυπηρετεί λοιπόν η εικόνα ενός αδύναμου Αρχιεπισκόπου να συμπράττει στην πολιτική μεθόδευση;
Κατά τη γνώμη μας, η θρησκευτική ελευθερία στην Ελλάδα προστατεύεται συνταγματικά επαρκώς και οι ρόλοι κράτους-Εκκλησίας είναι ήδη διακριτοί. Όποιος όμως συγκρίνει τη χώρα μας με χώρες της κεντρικής ή βόρειας Ευρώπης στο θέμα αυτό διακρίνεται είτε από άγνοια είτε ιδεοληψία. Η Ελλάδα χρειάζεται μια ισχυρή εθνική ταυτότητα, ειδικά στη σημερινή εποχή που οι απειλές ενισχύονται και η πατρίδα μας συρρικνώνεται δημογραφικά, οικονομικά και πολιτικά εις βάρος των γειτόνων μας. Και η ορθοδοξία είναι, για τη μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων και ανεξαρτήτως πίστης, αναπόσπαστο τμήμα της εθνικής μας ταυτότητας. Είναι επικρατούσα όχι μόνο αριθμητικά αλλά, κυρίως, συνειδησιακά και αξιακά. Συνεπώς, η σκοπούμενη πρόταση κινείται σε εσφαλμένη και επικίνδυνη κατεύθυνση, ενώ η ευθύνη της σημερινής εκκλησιαστικής ηγεσίας για συνέργεια στις αλλεπάλληλες ενέργειες αλλοίωσης της εθνικής μας φυσιογνωμίας (μνημονικά μέτρα, μακεδονικό, θρησκευτικά, συνταγματική αναθεώρηση) είναι, δυστυχώς, μεγάλη.
Ένας Πρόεδρος που ενώνει ή διχάζει το λαό;
Κατά τα λοιπά, οι προτάσεις κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης, αντί να αποκαθιστούν τη θεσμική ισορροπία στην προ του 1986 κατάσταση, ομονοούν στην τελική εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας απευθείας από το λαό (αντί της αυξημένης πλειοψηφίας της Βουλής). Για κάποιους, μια ακόμα εκλογική διαδικασία ίσως είναι φαινομενικά θετική. Ας μιλήσουμε σοβαρά: Ο ιστορικός συντακτικός νομοθέτης επιφύλαξε στον αρχηγό του κράτους ρόλο ρυθμιστή του πολιτεύματος και συμβόλου εθνικής ενότητας. Γι’ αυτό και το πολίτευμά μας είναι Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική και όχι Προεδρική Δημοκρατία. Ο Πρόεδρος δεν είναι και δεν πρέπει να γίνει αντικείμενο διχασμού μεταξύ των πολιτών. Γι’ αυτό και το Σύνταγμα «υποχρεώνει», επί της ουσίας, τις κυρίαρχες πολιτικές δυνάμεις σε επιλογή προσώπου κοινής αποδοχής, που μπορεί να ενώσει. Αλλιώς, ο λαός με εκλογές αναδεικνύει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που εκλέγει το νέο Πρόεδρο. Και το μοντέλο αυτό λειτούργησε άψογα ως σήμερα με εξαίρεση, ίσως, την εκλογή Σαρτζετάκη το 1985. Αντίθετα, μια εμπλοκή του αρχηγού του κράτους σε εκλογικά παιχνίδια, ειδικά στη χώρα μας, κινδυνεύει να υπονομεύσει σοβαρά το κύρος του θεσμού και πρέπει να απορριφθεί.
Συμπερασματικά, η επικείμενη αναθεώρηση κινδυνεύει να εξελιχθεί σε φιάσκο τακτικισμών, τραυματίζοντας βαθύτερα το ήδη απαξιωμένο πολιτικό σύστημα. Το Σύνταγμά μας είναι ήδη προοδευτικό και λειτουργικό. Με εξαίρεση κάποιες αρνητικές προσεγγίσεις (ευθύνη Υπουργών, απαγόρευση μη κρατικών Α.Ε.Ι, υπερβολική βουλευτική ασυλία, διορισμός ηγεσίας της Δικαιοσύνης) δε χρειάζεται αναθεώρηση. Αναθεώρηση, και μάλιστα βαθιά, χρειάζονται οι σημερινοί εκπρόσωποι των πολιτειακών θεσμών καθώς και η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης. Όμως και γι’ αυτά, το Σύνταγμά μας έχει την απάντηση: όλα επαφίενται στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Ας αποδείξουμε, επιτέλους, έμπρακτα, ότι τον διαθέτουμε.

Continue Reading

Στο “κυνήγι” του facebook: Ο νέος Γενικός Κανονισμός της Ε.Ε. για την προστασία των προσωπικών δεδομένων – μια κριτική παρουσίαση

Στην εποχή μας, η έννοια της ιδιωτικής ζωής αποτελεί, για τους περισσότερους, μάλλον άγνωστη λέξη. Η «έκρηξη» στη χρήση των κοινωνικών δικτύων (social media) την τελευταία δεκαετία οδήγησε στην έκθεση προσωπικών δεδομένων δισεκατομμυρίων ανθρώπων σε καθημερινή βάση, αλλά και πολλαπλασίασε τους κινδύνους καταχρήσεων, όπως αποδείχθηκε με την πρόσφατη αποκάλυψη της διαρροής δεδομένων εκατομμυρίων χρηστών του Facebook. Πιστό στο δόγμα ότι η νομοθεσία ακολουθεί την κοινωνική πραγματικότητα, ένα νέο νομοθέτημα φιλοδοξεί να προστατεύσει πιο αποτελεσματικά τα δεδομένα των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ενωσης: Είναι ο Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων (Κανονισμός Ε.Ε. 2016/679, ΓΚΠΔ ή GDPR), που τίθεται σε ισχύ στις 25 Μαΐου και ρυθμίζει την επεξεργασία από ιδιώτες, εταιρείες ή οργανισμούς των προσωπικών δεδομένων φυσικών προσώπων, ενώ δεν εφαρμόζεται στην επεξεργασία προσωπικών δεδομένων αποθανόντων ή νομικών προσώπων.

Το νέο θεσμικό πλαίσιο δεν ισχύει για δεδομένα που υποβάλλονται σε επεξεργασία για καθαρά προσωπικούς λόγους ή δραστηριότητες που πραγματοποιούνται κατ’ οίκον, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει σύνδεσή τους με επαγγελματική ή εμπορική δραστηριότητα.

Τι προστατεύει ο νέος Κανονισμός; Προσωπικό δεδομένο, κατά τον Κανονισμό, είναι οποιαδήποτε πληροφορία σχετίζεται με αναγνωρισμένο φυσικό πρόσωπο, π.χ. ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, προσωπική διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αριθμός δελτίου ταυτότητας, μια διεύθυνση IP (Internet Protocol). Προσωπικά δεδομένα που έχουν αποχαρακτηριστεί, είναι κρυπτογραφημένα ή ψευδώνυμα, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκ νέου αναγνώριση ενός φυσικού προσώπου, εμπίπτουν επίσης στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού. Ο Κανονισμός προστατεύει μάλιστα τα προσωπικά δεδομένα ανεξάρτητα από την τεχνολογία που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία τους και ισχύει τόσο για αυτοματοποιημένη όσο και για χειροκίνητη επεξεργασία, υπό τον όρο ότι τα δεδομένα οργανώνονται σύμφωνα με προκαθορισμένα κριτήρια (π.χ. με αλφαβητική σειρά).

Με το νέο θεσμικό πλαίσιο, οι πολίτες της Ε.Ε αποκτούμε συγκεκριμένα δικαιώματα σε σχέση με τα προσωπικά μας δεδομένα (δικαίωμα ενημέρωσης από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, πρόσβασης στα δεδομένα μας, διόρθωσης των ανακριβών δεδομένων, διαγραφής αυτών, περιορισμού της επεξεργασίας τους ή/και εναντίωσης σε αυτήν).

Συναφώς, η επεξεργασία των δεδομένων μπορεί να γίνεται μόνο με τη ρητή μας συγκατάθεση σε αυτήν.

Επιβάλλονται πρόσθετες υποχρεώσεις στους υπευθύνους επεξεργασίας, που πρέπει να τηρούν τις αρχές της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ενώ καθιερώνεται η αυξημένη προσωπική τους ευθύνη για την ορθή επεξεργασία, η οποία διασφαλίζεται μέσω της θέσπισης ενός αναβαθμισμένου πλαισίου διοικητικών και ποινικών κυρώσεων.

Εμβληματικού χαρακτήρα καινοτομία συνιστά η υποχρέωση διορισμού Υπευθύνου Προστασίας Δεδομένων (DPO), ως αρμόδιου και εκπαιδευμένου συντονιστή της εφαρμογής πολιτικής προστασίας δεδομένων σε δημόσιους οργανισμούς αλλά και στην πλειοψηφία των εταιριών.

Τέλος, ιδρύεται το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Προστασίας Δεδομένων, που αποτελείται από τους επικεφαλής των αρμοδίων εθνικών αρχών και τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και είναι επιφορτισμένο με τη συνεπή και ομοιόμορφη εφαρμογή του Κανονισμού, εκδίδοντας κατευθυντήριες οδηγίες για την ερμηνεία βασικών εννοιών του αλλά και δεσμευτικές αποφάσεις σε διαφορές σχετικά με ζητήματα διασυνοριακής επεξεργασίας.

Πρόκληση ή ευκαιρία;

Παρότι προηγήθηκε μια διετία προσαρμογής των επιχειρήσεων και των οργανισμών στις απαιτήσεις του Κανονισμού, αυτή εξακολουθεί να συνιστά πρόκληση, δεδομένης και της εύθραυστης οικονομικής συγκυρίας. Θα απαιτηθεί διαρκής και παραγωγική συνεργασία μεταξύ της Αρχής Προστασίας Προσωπικών δεδομένων, ως εποπτικού φορέα, του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, προκειμένου να πετύχει το νέο πλαίσιο προστασίας. Η μείωση της περιττής γραφειοκρατίας, με την κατάργηση των γνωστοποιήσεων επεξεργασίας στην εποπτεύουσα αρχή, και η ενισχυμένη προστασία των δικαιωμάτων των παιδιών συνιστούν, πάντως, θετικά βήματα. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να γίνει κατανοητό πως η αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων μας συνεπάγεται και το ανάλογο κόστος για όλους. Μένει ν’ αποδειχθεί στην πράξη αν η κοινωνία μας, εθισμένη στην εκούσια ή ακούσια έκθεση της ιδιωτικότητας, είναι διατεθειμένη να το επωμιστεί.

Πρώτη Δημοσίευση, Εφημερίδα Ελευθερία, Μάιος 2018

Continue Reading