Το σύνδρομο του Ελσίνκι : η «παγίδα της Χάγης» και η νέα ελληνική εξωτερική πολιτική.

(Πρώτη δημοσίευση Περιοδικό «Άμυνα και Διπλωματία» και Εφημερίδα Δημοκρατία, Ιανουάριος 2022)

«…καὶ τὰ τείχη κατέσκαπτον ὑπ᾽ αὐλητρίδων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῇ Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας.»

                                                                                  Ξενοφών, Ἑλληνικά (2.2.23)

Το Δεκέμβριο του 1999, η Σύνοδος Κορυφής των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που συνήλθε στο Ελσίνκι της Φινλανδίας, έλαβε μια ιστορική απόφαση: για πρώτη φορά, η Τουρκία, μια χώρα με την πλειοψηφία της έκτασης και του πληθυσμού της στην Ασία, αναγνωριζόταν ως «ευρωπαϊκή» και καθίστατο υποψήφια  προς ένταξη στην Ένωση. 

Σύμφωνα δε με τα συμπεράσματα της Συνόδου:

«Τα υποψήφια κράτη συμμετέχουν στη διαδικασία προσχώρησης επί ίσοις όροις. Πρέπει να συμμερίζονται τις αξίες και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ορίζονται στις Συνθήκες. Εν προκειμένω, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τονίζει την αρχή της ειρηνικής επίλυσης των διαφορών σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και παροτρύνει τα υποψήφια κράτη να καταβάλουν κάθε προσπάθεια για την επίλυση κάθε εκκρεμούς συνοριακής διαφοράς και άλλων συναφών θεμάτων. Άλλως, θα πρέπει να φέρουν τη διαφορά ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Το αργότερο στα τέλη του 2004, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την κατάσταση ως προς κάθε εκκρεμή διαφορά, ιδίως όσον αφορά τις επιπτώσεις στην ενταξιακή διαδικασία προκειμένου να προαγάγει την επίλυσή τους μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου.»

Η «ευρωπαϊκή» Τουρκία: μια αμφιλεγόμενη στρατηγική 

Η αμφιλεγόμενη αυτή απόφαση πανηγυρίστηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση ως νίκη της ελληνικής διπλωματίας, διότι επέτρεψε να προχωρήσει ακώλυτα η διαδικασία ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ένωση χωρίς προηγούμενη επίλυση του πολιτικού προβλήματος και άνοιγε το δρόμο για σταθερά θετικές σχέσεις με την Τουρκία. 

Όμως, το τίμημα ήταν δίχως άλλο βαρύ: η Ελλάδα ήρε τις επιφυλάξεις της ως προς την ενταξιακή πορεία της γείτονος χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις, χωρίς καν την απόσυρση του τουρκικού casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο. Και τούτο παρά το γεγονός ότι είχε προηγηθεί η σοβαρή κρίση των Ιμίων το 1996, οπότε και εφαρμόστηκε-με αμερικανική παρέμβαση-η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο προς μεγάλη ικανοποίηση της Τουρκίας. 

Ταυτόχρονα, η χώρα μας αποδέχθηκε ότι, πέραν της παγίως αναγνωρισμένης ελληνοτουρκικής διαφοράς για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, υπήρχαν στο τραπέζι και θα υποβάλλονταν μελλοντικά στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης προς επίλυση και άλλα «συναφή θέματα». Τούτο μάλιστα σε συνέχεια της Κοινής Δήλωσης Σημίτη-Ντεμιρέλ στη Σύνοδο Κορυφής του Ν.Α.Τ.Ο. στη Μαδρίτη, τον Ιούλιο του 1997, περί σεβασμού «στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας (σ.σ: άρα και της Τουρκίας) στο Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία της.»

Παρά το γεγονός ότι η απαράδεκτη αυτή  αναφορά περί «συναφών θεμάτων» πέραν της υφαλοκρηπίδας απαλείφθηκε, ευτυχώς, με μεταγενέστερη απόφαση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το Δεκέμβριο του 2004, η απόφαση του Ελσίνκι αντικατόπτριζε απόλυτα μια συγκεκριμένη ευρωπαϊκή αλλά και ελληνική στρατηγική επιλογή: αυτή της ευρωπαϊκής προοπτικής της Τουρκίας, υπολαμβάνοντας ότι μια χώρα με τα χαρακτηριστικά της γείτονος μπορεί, έστω και μετά από αρκετά χρόνια, να καταστεί πλήρες μέλος της ευρωπαϊκής οικογένειας. Και μάλιστα, κατά την ίδια λογική, έτσι θα επιλύονταν σταδιακά και όλες οι σοβαρές ελληνοτουρκικές διαφορές, ακόμα και το Κυπριακό. 

Δυστυχώς, για μια ακόμα φορά, η ελληνική πολιτική έπεσε στην παγίδα της Τουρκίας, όπως το 1959-1960 με τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου για την Κύπρο, επιχειρώντας με ζεϊμπέκικα και κουμπαριές να οικοδομήσει την ελληνοτουρκική φιλία. Το δε κλίμα στην Ευρώπη των  κυβερνήσεων του «Τρίτου Δρόμου» ήταν ανάλογα θετικό για την Τουρκία, καθώς κανείς (;) δεν είχε προβλέψει τα επερχόμενα συγκλονιστικά γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη. 

Η διάψευση του ευρωπαϊκού μονοδρόμου της Τουρκίας 

Έκτοτε όμως, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ηςΣεπτεμβρίου στις Η.Π.Α επανέφεραν με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο τη θεωρία της «Σύγκρουσης των Πολιτισμών», με κύριο χαρακτηριστικό τη διάσταση του Ισλάμ με το Χριστιανισμό. Στην Τουρκία,  ο «κεντροαριστερός» εισβολέας της Κύπρου Ετσεβίτ αντικαταστάθηκε το 2002 (κατά τραγική ειρωνεία εν μέσω μιας οξείας οικονομικής κρίσης που αντιμετώπισε η χώρα)  από τον ανερχόμενο «μετριοπαθή ισλαμιστή και μεταρρυθμιστή» Ταγίπ Ερντογάν, η Κύπρος κατέστη το 2004 μέλος της Ένωσης, έχοντας προηγουμένως απορρίψει (ευτυχώς, όπως αποδείχθηκε) το υπέρμετρα φιλοτουρκικό Σχέδιο Ανάν, ενώ οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Τουρκίας ξεκίνησαν μεν το φθινόπωρο του 2005, στη συνέχεια όμως επιβραδύνθηκαν σημαντικά και τελικά ανεστάλησαν επ’ αόριστον.  Στην Ελλάδα, η κυβερνητική αλλαγή του 2004 επέφερε μερική αναθεώρηση της στρατηγικής του Ελσίνκι με στήριξη της επιλογής της Κύπρου να απορρίψει το Σχέδιο Ανάν και μετάθεση της όποιας παραπομπής ελληνοτουρκικών διαφορών στη Χάγη στο απώτερο μέλλον. Άλλωστε, το φιλοτουρκικό κλίμα στην Ευρώπη είχε πια αναστραφεί. 

Ταυτόχρονα, ο  Ερντογάν άρχισε να δείχνει σταδιακά το πραγματικό του πρόσωπο, επιβάλλοντας μια κεκαλυμμένη δικτατορία στο εσωτερικό της χώρας του και θέτοντας σε πλήρη ανάπτυξη τις νεοοθωμανικές του φαντασιώσεις στη Μέση Ανατολή, στα Βαλκάνια και βέβαια στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, κατ’ εφαρμογή της περιβόητης θεωρίας του «στρατηγικού βάθους» του Αχμέτ Νταβούτογλου. 

Η επιστροφή του νεοοθωμανισμού: από το «Mavi Marmara» στην Αγία Σοφία

 Στις 31 Μαΐου του 2010 οι ισραηλινές δυνάμεις επιτέθηκαν, μετά από προειδοποιήσεις, σε νηοπομπή του διεθνούς κινήματος Free Gaza όπου προεξήρχε το τουρκικό πλοίο Mavi Marmara και στις συμπλοκές που ακολούθησαν εννέα άτομα σκοτώθηκαν. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την απροκάλυπτη στήριξη του Ερντογάν στην παλαιστινιακή ισλαμική  Χαμάς, οδήγησε σε δραματική επιδείνωση τις παραδοσιακά καλές τουρκο-ισραηλινές σχέσεις. Ήταν όμως και η κατάλληλη στιγμή για τον Τούρκο ηγέτη να ξεδιπλώσει πλήρως την νεοοθωμανική, ισλαμική του ατζέντα. Έτσι η Τουρκία έκτοτε:  

-εισέβαλε και κατέχει παράνομα, αλλά με ρωσική και αμερικανική ανοχή, τμήμα του συριακού εδάφους, ενώ πραγματοποιεί διαρκώς στρατιωτικές επιχειρήσεις κατά των Κούρδων στο Ιράκ και τη Συρία.

-επέκτεινε τη γεωπολιτική επιρροή της σε χώρες των Βαλκανίων με όχημα τη χρηματοδότηση ισλαμικών ιδρυμάτων και τουρκικών κοινοτήτων (Αλβανία, Βόρεια Μακεδονία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη)

– στα καθ’ ημάς, υιοθέτησε το περιβόητο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» υλοποιώντας με πανάκριβα μέσα παράνομες γεωτρήσεις στην κυπριακή Α.Ο.Ζ, ενώ συνήψε παράνομη διεθνή συμφωνία οριοθέτησης Α.Ο.Ζ με την τότε αναγνωρισμένη (και από την Ελλάδα!) κυβέρνηση της Λιβύης, όπου απέκτησε διαρκή και έντονη στρατιωτική παρουσία, όπως και στη Σομαλία και στο Κατάρ. 

-ιδίως μετά το 2016 ενέτεινε τις παραβιάσεις της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο σε αέρα και θάλασσα, ενώ επιχειρεί ενεργότερα να εργαλειοποιήσει τμήμα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Δυτική Θράκη, προωθώντας στοχευμένες χρηματοδοτήσεις με την ανοχή της Ελλάδας. 

-εργαλειοποίησε  συστηματικά τους μετανάστες και πρόσφυγες που επιχειρούσαν να εισέλθουν αρχικώς στα ελληνικά νησιά και το Φεβρουάριο-Μάρτιο του 2020  στον Έβρο, επιχειρώντας να προκαλέσει τεχνητές κρίσεις και εκβιάζοντας την Ευρώπη για καταβολή χρημάτων. 

-μετέτρεψε ξανά σε τζαμιά εμβληματικές χριστιανικές εκκλησίες που είχαν καταστεί μουσεία από τις κεμαλικές κυβερνήσεις, με κορυφαία την Αγία Σοφία στην Κωνσταντινούπολη το 2020. 

Η πραγματικότητα λοιπόν είναι μία: η συμπεριφορά της Τουρκίας προς την Ελλάδα επί της ουσίας δεν άλλαξε. Αντίθετα, η γείτων επαύξησε βαθμιαία και προβάλλει πλέον απροκάλυπτα τις διεκδικήσεις της εις βάρος Ελλάδας και Κύπρου, διαψεύδοντας οικτρά όσους αφελώς πίστευαν στον ευρωπαϊκό της προσανατολισμό. 

Τρανή απόδειξη των ανωτέρω συνιστά το κείμενο της πρόσφατης από 19.11.2021 επιστολής του Τούρκου Μονίμου Αντιπροσώπου στον ΟΗΕ προς το Γενικό Γραμματέα του Οργανισμού, όπου αναφέρονται επί λέξει τα εξής: 

«Τα θέματα αυτά αποτελούν ένα ολοκληρωμένο πακέτο, το οποίο περιλαμβάνει επίσης την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας, το εύρος των χωρικών υδάτων και του εθνικού εναέριου χώρου, την κυριαρχία νησιών, νησίδων και βράχων που δεν παραχωρήθηκαν στην Ελλάδα μέσω έγκυρων διεθνών πράξεων, την παραβίαση του αποστρατικοποιημένου καθεστώτος των νησιών Ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα και το θέμα των περιοχών εξυπηρέτησης (FIR, SAR και NAVTEX). Παρά το γεγονός αυτό, η Ελλάδα προσπαθεί να απεικονίσει την κατάσταση σαν να υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα μεταξύ των δύο κρατών, δηλαδή η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Χωρίς σωστή διάγνωση των διαφορών και γνήσια βούληση για την επίλυσή τους, θα κινδυνεύαμε μόνο να υπονομεύσουμε τους μηχανισμούς διαλόγου που έχουν ήδη δημιουργηθεί για την επίλυση αυτών των εκκρεμών ζητημάτων.»

Το σκληρό «μάθημα» του Ελσίνκι και η νέα, ελληνική εξωτερική πολιτική. 

Συμπέρασμα: από τα Σεπτεμβριανά του 1955 έως την εισβολή του 1974 στην Κύπρο και από τα Ίμια το 1996 έως την «Γαλάζια Πατρίδα» και τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί το 2020, η Τουρκία επιδιώκει διαχρονικά και αταλάντευτα ως ανατολίτης Σουλτάνος τη γεωπολιτική της επέκταση εις βάρος Ελλάδας και Κύπρου. 

Γι’ αυτό, η  ελληνική εξωτερική πολιτική πρέπει  να απαγκιστρωθεί οριστικά από τη λεγόμενη «Στρατηγική του Ελσίνκι» καθώς και από την όποια συζήτηση για παραπομπή ελληνοτουρκικών διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, τη δικαιοδοσία του οποίου, εξάλλου, δεν έχει αποδεχθεί η Τουρκία ενώ ούτε έχει υπογράψει ούτε και προτίθεται να υπογράψει  τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας, ως αυτονόητη νομική βάση επίλυσης των σχετικών διαφορών. 

Αντίθετα, σε συνέχεια των επιμέρους θετικών πρωτοβουλιών που έχουν ληφθεί από το 2020, η Ελλάδα πρέπει να ακολουθήσει συστηματικά και να  διευρύνει μια ενεργητική και έξυπνη εξωτερική πολιτική, ενισχύοντας τις πολυμερείς και διμερείς της συμμαχίες, αλλά και υιοθετώντας, ταυτόχρονα, μια συνεκτική και διαχρονική στρατηγική διεκδικήσεων των εθνικών μας συμφερόντων προς την Τουρκία με κύριους άξονες:

-την υιοθέτηση νέου Εθνικού Στρατηγικού Δόγματος που υπερβαίνει το ξεπερασμένο και αναποτελεσματικό πλέον «Δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε». Η Ελλάδα πρέπει να διεκδικήσει ό,τι της ανήκει βάσει του διεθνούς δικαίου καθώς και να αντιμετωπίζει αυστηρότερα, προληπτικά και πολυεπίπεδα κάθε απόπειρα παραβίασης της εθνικής μας κυριαρχίας. 

-την αυστηροποίηση της μεταναστευτικής μας πολιτικής, επιδιώκοντας τη σύναψη απευθείας συμφωνιών της ΕΕ με τις χώρες προέλευσης των μεταναστών για την επιστροφή τους, εφόσον δεν δικαιούνται άσυλο κατά τους διεθνείς και ευρωπαϊκούς κανόνες καθώς και την  καθολική αποτροπή των νέων παράνομων αφίξεων σε Έβρο και νησιά (τείχος και ολοκλήρωση τάφρου στον Έβρο, εντονότερη παρουσία και προηγμένη επιτήρηση της μεθορίου και ενίσχυση μέσων φύλαξης, ιδίως στο ανατολικό Αιγαίο). 

– την άμεση ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων οριοθέτησης της ελληνικής Α.Ο.Ζ με όλες τις γειτονικές χώρες και ανακήρυξή της, έστω και μονομερώς κατά περίπτωση, με βάση το διεθνές δίκαιο της θάλασσας. 

-τη διπλωματική και τεχνική προετοιμασία για την καθολική (πλην ανατολικού Αιγαίου) επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια κατά το διεθνές δίκαιο. 

-την πλήρη ενεργοποίηση του Ενιαίου Αμυντικού Δόγματος Ελλάδας-Κύπρου και ενίσχυση της ελληνικής παρουσίας στο νησί και ειδικά στην κυπριακή Α.Ο.Ζ. 

-τη διαρκή  ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης της χώρας, ειδικά του Πολεμικού Ναυτικού με φρεγάτες και συναφή μέσα αποτρεπτικής ισχύος, όπως έχει ήδη γίνει πρόσφατα με τη Γαλλία.  

-την ενεργότερη παρέμβαση της χώρας στη Λιβύη με επιδίωξη άμεσης αποχώρησης όλων των τουρκικών στρατευμάτων από το λιβυκό έδαφος, στο πλαίσιο διεθνούς λύσης με ελληνική συμμετοχή, όπως έχει ήδη ξεκινήσει με θετικά αποτελέσματα.

-την πιο αποτελεσματική προστασία της ελληνικής μειονότητας σε Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο καθώς και του θεσμού  του Οικουμενικού Πατριαρχείου, 

– τη διεθνοποίηση του ζητήματος για την ανάγκη προστασίας όλων  θρησκευτικών και αρχαιολογικών μνημείων ελληνικού ενδιαφέροντος στο τουρκικό έδαφος, με κορυφαία την Αγία Σοφία 

-την  ενίσχυση την ενεργειακής αυτονομίας της χώρας μας με προώθηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κατασκευή του τερματικού σταθμού υγροποιημένου φυσικού αερίου (FSRU) στην Αλεξανδρούπολη και επιτάχυνση της εξόρυξης των υδρογονανθράκων στην ελληνική και την κυπριακή Α.Ο.Ζ 

– την παράλληλη αυστηροποίηση της ελληνικής στάσης ειδικά προς την Αλβανία, που προκαλεί διαρκώς αποδεχόμενη ενίσχυση στρατιωτικής και ναυτικής παρουσίας της Τουρκίας στο έδαφός της και παραβιάζοντας τα δικαιώματα της ελληνικής εθνικής μειονότητας στη Βόρειο Ήπειρο. Ελλάδα και Κύπρος πρέπει να θέσουν, επιτέλους, πιο συγκεκριμένα προαπαιτούμενα για την πρόοδο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της χώρας αυτής με την Ε.Ε. 

Για να εξασφαλισθεί όμως η επιτυχία και η αδιάλειπτη εφαρμογή της ανωτέρω στρατηγικής επιβάλλεται αυτή να πλαισιωθεί και από ένα πιο ισχυρό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας (με συγχώνευση του ΚΥΣΕΑ και του Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής),  ένα πιο οργανωμένο εθνικό think tank για την εξωτερική πολιτική και την άμυνα (με ανεξάρτητη,  υπερκομματική διοίκηση και σύνθεση) και μια πιο αποτελεσματική Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών. 

Σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, η Ελλάδα, 200 χρόνια μετά την Επανάσταση του 1821, οφείλει πλέον να μετεξελιχθεί σε έξυπνο παίκτη των διεθνών σχέσεων για να επιβιώσει και να κερδίσει. Όμως, αυτό προϋποθέτει αυτονόητα την απαλλαγή μας από πάσης φύσεως αποτυχημένα δόγματα και σύνδρομα. Τα δύσκολα είναι μάλλον μπροστά μας. Και όπως έγραψε ο διαχρονικός Θουκυδίδης, «οι καιροί ού μενετοί».  

Μπορεί να σας ενδιαφέρουν επίσης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *